Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί cookies και παρόμοιες τεχνολογίες.

Εάν δεν αλλάξετε τις ρυθμίσεις του προγράμματος περιήγησης, συμφωνείτε με αυτό. Ενημερωθείτε

Συμφωνώ

Άρειος Πάγος 450/2018

Αυτοκινητικό ατύχημα -

Έλλειψη Άδειας Οδηγήσεως -

Μέθη - Αιτιώδης Συνάφεια -

Αναγωγή - Παρεπίμπτουσα Αγωγή



ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ’ Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: ...........................
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 19 Μαΐου 2017, με την παρουσία και του Γραμματέα ........., για να δικάσει μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: ..........
Του αναιρεσιβλήτου: ..........
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 24-10-2011 αγωγή του Σ. Ε. του Η., μη διαδίκου στην παρούσα δίκη, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Ιωαννίνων και συνεκδικάστηκε με την από 2-3-2012 παρεμπίπτουσα αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 357/2013 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 23/2015 του Μονομελούς Εφετείου Ιωαννίνων.
Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 3-8-2015 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης ................. διάβασε την από 13-10-2016 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη όλων των λόγων της από 3-8-2015 αιτήσεως αναιρέσεως κατά της υπ’ αριθμ. 23/2015 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Ιωαννίνων.
Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 559 παρ. 1 ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης για ευθεία παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, αν αυτός δεν εφαρμόσθηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή αν εφαρμόσθηκε, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή. Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ’ ουσίαν την υπόθεση η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση. Τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο παρότι τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε, αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται. Ο λόγος αυτός αναιρέσεως ελέγχεται με βάση τα εκτιθέμενα στην προσβαλλομένη απόφαση πραγματικά περιστατικά, που αποτελούν τις παραδοχές της. Περαιτέρω κατά τη διάταξη του άρθρου 11 παρ. 1 του ν. 489/1976 (ΠΔ 237/1986), με την επιφύλαξη του δικαιώματος άσκησης αγωγής κατά του λήπτη της ασφάλισης, του ασφαλισμένου και του οδηγού, ο ασφαλιστής δεν μπορεί να αντιτάξει κατά του ζημιωθέντος τρίτου, όταν αυτός ασκεί την αξίωση της παραγράφου 1 του άρθρου 10, ενστάσεις που απορρέουν από την ασφαλιστική σύμβαση. Εξάλλου, κατά το άρθρο 6β παρ. 1α του ίδιου νόμου, που προστέθηκε με το άρθρο 4 Ν. 3557/2007 (ΦΕΚ Α’ 100/14-5-2007), εξαιρούνται από την ασφάλιση ζημίες που προκαλούνται από οδηγό ο οποίος στερείται άδειας οδήγησης που προβλέπεται από το νόμο για την κατηγορία του αυτοκινήτου οχήματος που οδηγεί. Από την τελευταία αυτή διάταξη προκύπτει σαφώς ότι για την εφαρμογή της δεν απαιτείται να υπάρχει αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της ελλείψεως της κατά νόμο απαιτούμενης άδειας οδήγησης και της ζημίας, που προκαλεί ο οδηγός ασφαλισμένου οχήματος, και αρκούσε το γεγονός και μόνο ότι αυτός δεν διαθέτει κατά το χρόνο του ατυχήματος την προβλεπόμενη από το νόμο και για την κατηγορία του οχήματος που οδηγεί, άδεια ικανότητας οδηγού. Στην περίπτωση αυτή ο ασφαλιστής δικαιούται αναγωγικά στρεφόμενος κατά του οδηγού ή του ασφαλισμένου ή του λήπτη της ασφάλισης να απαιτήσει από αυτούς όσα κατέβαλε ή θα καταβάλει στον παθόντα τρίτο. Έτσι αν η απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας απαιτήσει για την εφαρμογή της ανωτέρω διάταξης και την συνδρομή αιτιώδους συνάφειας, ενέχει παραβίαση αυτής, αφού ζήτησε περισσότερα, από όσα στοιχεία αξιώνει ο νόμος.
Στην προκειμένη περίπτωση η προσβαλλομένη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Ιωαννίνων, α) δέχθηκε την έφεση του ενάγοντος κατά των εναγομένων: 1) Δ. Λ. και 2) της αναιρεσειούσης, εξαφάνισε την εκκαλουμένη απόφαση, η οποία είχε απορρίψει την αγωγή ως κατ’ ουσίαν αβάσιμη, την κράτησε και την δέχθηκε κατά ένα μέρος ως κατ’ ουσίαν βάσιμη και β) απέρριψε ως κατ’ ουσίαν αβάσιμη την επικουρική έφεση της αναιρεσείουσας. Ειδικότερα το Μονομελές Εφετείο Ιωαννίνων σχετικώς με την παρεμπίπτουσα έφεση της αναιρεσειούσης και την εξ αναγωγής απαίτηση της παρεμπιπτόντως εναγούσης κατά του εναγομένου δέχθηκε τα εξής: "Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 17 του ν. 3557/2007 η ισχύς του οποίου άρχισε από 14-5-2007, καταργήθηκε η υπ’ αριθμό Κ4/585/1978 απόφαση του Υπουργού Εμπορίου (ΦΕΚ 795 ΤΑΕ και ΕΠΕ), ενώ με τη διάταξη του άρθρου 4 του ίδιου νόμου προστέθηκε το άρθρο 6β στο π.δ. 237/1986 που ορίζει ότι: 1. Εξαιρούνται από την ασφάλιση οι ζημίες που προκαλούνται: α) από οδηγό ο οποίος στερείται της άδειας οδήγησης που προβλέπεται από το νόμο για την κατηγορία του αυτοκινήτου οχήματος που οδηγεί, β) από οδηγό ο οποίος, κατά το χρόνο του ατυχήματος τελούσε υπό την επίδραση οινοπνεύματος ή τοξικών ουσιών, κατά παράβαση του κώδικα οδικής κυκλοφορίας (ν. 2696/1999, ΦΕΚ 57 Α’ ), όπως εκάστοτε ισχύει, εφόσον η εν λόγω παράβαση τελεί σε αιτιώδη συνάφεια με την πρόκληση του ατυχήματος, γ) από αυτοκίνητο όχημα του οποίου γίνεται διαφορετική χρήση από αυτή που καθορίζεται στο ασφαλιστήριο συμβόλαιο και στην άδεια κυκλοφορίας, εφόσον η χρήση αυτή τελεί σε αιτιώδη συνάφεια με την πρόκληση του ατυχήματος. Οι προαναφερόμενες νομοθετικές ρυθμίσεις που απαρτίζουν τους λόγους εξαίρεσης από την ασφάλιση, δεν αποτελούν αυτοσκοπούς, αλλά λόγους απαλλαγής του ασφαλιστή έναντι του ασφαλισμένου του, αν η επιδειχθείσα από αυτόν στη συγκεκριμένη περίπτωση συμπεριφορά επιδρά στο ζημιογόνο αποτέλεσμα, την κάλυψη του οποίου έχει αναλάβει με τη σύμβαση ασφάλισης ο ασφαλιστής. Οι προβλεπόμενοι στα εδάφια β’ και γ’ λόγοι απαλλαγής αποτελούν και κατά τη γραμματική τους διατύπωση για την ενεργοποίησή τους ως προϋπόθεση τη συνδρομή αιτιώδους συνάφειας μεταξύ:
α) της ανάλωσης οινοπνεύματος ή τοξικών ουσιών και του ατυχήματος και β) της διαφορετικής χρήσης του αυτοκινήτου από αυτή που αναγράφεται στο ασφαλιστήριο συμβόλαιο και του ατυχήματος. Ανάλογη ανάγκη συνδρομής αιτιώδους συνάφειας δεν περιέχει η περίπτωση α’ (έλλειψη άδειας οδήγησης), όπως προκύπτει από τη γραμματική διάταξη της προαναφερόμενης διάταξης. Οι δύο λόγοι απαλλαγής (β’ και γ’ ) δεν έχουν διαφορετική νομική φύση από το λόγο απαλλαγής της περίπτωσης α’ . Η σύγχρονη ασφαλιστική επιστήμη αντιλαμβάνεται τους άνω λόγους απαλλαγής ή εξαίρεσης ως κεκαλυμμένα ασφαλιστικά βάρη, δηλαδή η απαλλαγή του ασφαλιστή δεν επέρχεται μόλις διαπιστωθεί η έλλειψη άδειας στο πρόσωπο του εμπλακέντος στο ατύχημα οδηγού, αλλά τούτο επέρχεται, εφόσον συντρέχει αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της παράβασης του ασφαλιστικού βάρους, δηλαδή της έλλειψης άδειας ικανότητας οδηγού και του ατυχήματος. Η ανάγκη συνδρομής αιτιώδους συνάφειας ισχύει και στην πρώτη περίπτωση του άρθρου 6β παρ. 1 εδ. α’ του ν. 489/1976 (έλλειψη ικανότητας οδήγησης). Τέτοια, κατά κανόνα θα συντρέχει, όταν οι συνθήκες και οι περιστάσεις φέρουν τυπικά στοιχεία ατυχήματος ανίκανου προς οδήγηση προσώπου ως στερούμενου κατά νόμο άδειας ικανότητας οδηγού π.χ. αδικαιολογήτως υψηλή ταχύτητα πέραν του ορίου, αδικαιολόγητη κίνηση στο αντίθετο ρεύμα πορείας, οφιοειδής κίνηση του αυτοκινήτου, μη αντίληψη ευκρινούς στροφής κ.λπ. Στις περιπτώσεις αυτές τεκμαίρεται η συνδρομή αιτιώδους συνάφειας και ο ασφαλιστής επικαλούμενος τις συνθήκες του ατυχήματος προς απόδειξη του λόγου απαλλαγής του θεωρείται ότι ανταποκρίθηκε στο επιβαλλόμενο σε αυτόν, σχετικό βάρος απόδειξης. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως εκτέθηκε ανωτέρω, το ζημιογόνο όχημα ήταν ασφαλισμένο, για το χρονικό διάστημα από 23-3-2010 μέχρι 23-3-2011, στη δεύτερη εναγόμενη της κύριας αγωγής και ενάγουσα της παρεμπίπτουσας αγωγής ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "... Α.Ε.Γ.Α.", δυνάμει του .../23-3-2010 ασφαλιστηρίου συμβολαίου, που είχε συνάψει με αυτήν ο κύριος του αυτοκινήτου πρώτος εναγόμενος (της κύριας αλλά και της παρεμπίπτουσας αγωγής). Συγκεκριμένα με το ασφαλιστήριο αυτό η παρεμπιπτόντως ενάγουσα ανέλαβε την ασφαλιστική κάλυψη της αστικής ευθύνης του ιδιοκτήτη, του κατόχου και του οδηγού του ανωτέρω αυτοκινήτου για τις ζημιές που θα προκαλούσε σε τρίτους κατά την κυκλοφορία του κατά το επίμαχο χρονικό διάστημα. Η ασφαλιστική αυτή σύμβαση διεπόταν από τις διατάξεις του ΠΔ 237/1986, μεταξύ των οποίων και η διάταξη του άρθρου 6Β αυτού, σύμφωνα με την οποία εξαιρούνται από την ασφάλιση οι ζημίες που προκαλούνται από ατύχημα και κατά τον χρόνο που ο οδηγός του δεν κατέχει την προβλεπόμενη από το νόμο άδεια οδήγησης για την κατηγορία του οχήματος που οδηγεί, ενώ, σύμφωνα με σχετικό όρο του παραπάνω ασφαλιστηρίου ο εναγόμενος έλαβε γνώση των γενικών και ειδικών όρων που αποτελούν αναπόσπαστο μέρος του συμβολαίου (μεταξύ των οποίων και η παραπάνω διάταξη). Έτσι κατέστησαν αυτοί συμβατικοί όροι και ως τέτοιοι ήταν δεσμευτικοί και για τον παρεμπιπτόντως εναγόμενο, ο οποίος σε κάθε περίπτωση, αποδέχθηκε σιωπηρά αυτούς, αφού κατέβαλε τα ασφάλιστρα, παρέλαβε και χρησιμοποίησε το ασφαλιστήριο συμβόλαιο. Ο παρεμπιπτόντως εναγόμενος οδηγούσε το ως άνω ασφαλισμένο φορτηγό αυτοκίνητο στερούμενος της απαιτούμενης κατά νόμο άδειας ικανότητας οδήγησης, καθόσον η ... επαγγελματική άδεια οδήγησης, που κατείχε από το έτος 1984, του είχε αφαιρεθεί από το Τμήμα Τροχαίας Ιωαννίνων, από 5-1-2006 και για χρονικό διάστημα πέντε ετών για παράβαση του άρθρου 42 του ΚΟΚ (οδήγηση υπό την επήρεια οινοπνεύματος), όπως προκύπτει από τα προσκομιζόμενα με επίκληση από την παρεμπιπτόντως ενάγουσα α) .../15-2-2006 έγγραφο του Τμήματος Τροχαίας Ιωαννίνων και β) .../24-1-2012 έγγραφο του προϊστάμενου της Διεύθυνσης Μεταφορών και Επικοινωνιών της Περιφέρειας Ηπείρου. Ωστόσο δεν αποδείχθηκε ότι το γεγονός της μη κατοχής από τον παρεμπιπτόντως εναγόμενο, κατά το χρόνο του ένδικου ατυχήματος, της προβλεπόμενης από το νόμο άδειας οδήγησης, λόγω αφαίρεσης αυτής, επέδρασε στην αμελή συμπεριφορά του εναγόμενου, ως οδηγού του ζημιογόνου φορτηγού αυτοκινήτου (παραβίαση των άρθρων 12 και 19 του ΚΟΚ) και ότι συνετέλεσε αιτιωδώς στην επέλευση του ατυχήματος. Και τούτο διότι αυτός είχε την ικανότητα να οδηγεί, γεγονός που αποδεικνύεται από το ότι ήταν κάτοχος άδειας οδήγησης από το έτος 1984 και εργαζόταν ως επαγγελματίας οδηγός φορτηγών αυτοκινήτων και εκ του ότι, αμέσως μετά τη λήξη της πενταετίας, προέβη στην ανανέωσή της από 13-1-2011 με ισχύ έως 13-1-2016. Επίσης το τροχαίο ατύχημα δεν έγινε κάτω από τέτοιες συνθήκες και περιστάσεις που καταδεικνύουν ανικανότητα στο πρόσωπο του εναγόμενου να οδηγεί, ως στερούμενου της κατά νόμο άδειας ικανότητας οδήγησης, λαμβανομένου υπόψη ότι κατείχε, όπως προαναφέρθηκε, άδεια οδήγησης που του είχε αφαιρεθεί λόγω παράβασης του άρθρου 42 του ΚΟΚ και δεν είχε παρέλθει, μέχρι την ημέρα του ατυχήματος, ο χρόνος της παρεπόμενης αυτής ποινής.
Συνεπώς δεν συντρέχει στην προκείμενη περίπτωση η εξαίρεση του ως άνω όρου της ασφαλιστικής σύμβασης, ώστε η πρόκληση του τροχαίου ατυχήματος να μην καλύπτεται από την ενάγουσα ασφαλιστική εταιρία. Σύμφωνα με όσα αναφέρονται στη μείζονα σκέψη, για να τύχει εφαρμογής ο όρος της ασφαλιστικής σύμβασης περί εξαίρεσης από την κάλυψη του ατυχήματος, για το λόγο ότι ο υπαίτιος οδηγός στερείται άδειας ικανότητας οδήγησης, πρέπει η παράβαση αυτού του ασφαλιστικού βάρους να συνδέεται αιτιωδώς με την πρόκληση του ατυχήματος, προϋπόθεση που δεν αποδείχθηκε ότι συντρέχει εν προκειμένω. Η ανάγκη συνδρομής αιτιώδους συνάφειας ισχύει και στην περίπτωση έλλειψης της αδείας ικανότητας οδήγησης, όπως ορίζεται ρητά στο ζήτημα της μέθης ή της διαφορετικής χρήσης του οχήματος, και η απαλλαγή της ενάγουσας δεν επέρχεται μόλις διαπιστωθεί η έλλειψη αυτή, αλλά εφόσον συντρέχει αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της παράβασης του ασφαλιστικού βάρους και του τροχαίου ατυχήματος. Με βάση τα παραπάνω πραγματικά περιστατικά δεν δικαιούται η παρεμπιπτόντως ενάγουσα να διεκδικήσει από τον παρεμπιπτόντως εναγόμενο την αποζημίωση που θα καταβάλει στον ενάγοντα της κύριας αγωγής και τα έξοδα που υποβλήθηκε με αφορμή το τροχαίο ατύχημα. Πρέπει, επομένως, να απορριφθεί η ένδικη επικουρική έφεση ως αβάσιμη κατ’ ουσίαν". Έτσι που έκρινε το Μονομελές Εφετείο Ιωαννίνων απαιτώντας για εφαρμογή του άρθρου 6β’ παρ. 1α’ του Π.Δ. 237/1986 και τη συνδρομή αιτιώδους συναφείας μεταξύ ελλείψεως αδείας οδηγήσεως και της ζημίας που προκάλεσε στο ανωτέρω τροχαίο ατύχημα ο ασφαλισμένος της αναιρεσείουσας, παραβίασε ευθέως τη διάταξη αυτή, αφού ζήτησε περισσότερα από όσα στοιχεία αυτή αξιώνει. Επομένως ο πρώτος από το άρθρο 559 αριθμ. 1 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η ευθεία παράβαση με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή της προαναφερόμενης ουσιαστικής διατάξεως είναι βάσιμος και πρέπει να γίνει δεκτός.
Μετά την παραδοχή του πρώτου λόγου αναιρέσεως του οποίου η αναιρετική εμβέλεια έχει ως αποτέλεσμα την αναίρεση της προσβαλλομένης αποφάσεως στο σύνολό της μόνον κατά το κεφάλαιο της απορρίψεως της επικουρικές εφέσεως, παρέλκει η έρευνα των λοιπών λόγων αναιρέσεως, οι οποίοι επίσης αναφέρονται στο κεφάλαιο της επικουρικής εφέσεως και συγκεκριμένα του δεύτερου λόγου, στηριζομένου στις διατάξεις των άρθρων 559 αριθμός 1 σε συνδ. με τον αριθμ. 13, κατά τον οποίο το Εφετείο με την προσβαλλομένη απόφασή του και με εσφαλμένη ερμηνεία του άρθρου 6β’ εδ. α’ του Ν. 489/1976, υποχρέωσε την αναιρεσείουσα να αποδείξει τη συνδρομή αιτιώδους συναφείας μεταξύ της παραβάσεως και του ατυχήματος και του τρίτου λόγου στηριζομένου στη διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 8, κατά τον οποίο το Εφετείο με την προσβαλλομένη απόφασή του δέχθηκε έλλειψη αιτιώδους συναφείας μεταξύ του λόγου εξαιρέσεως και του ατυχήματος, χωρίς καν να προβληθεί.
Κατ’ ακολουθία των ανωτέρω πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλομένη απόφαση κατά ένα μέρος και δη κατά το κεφάλαιο που αφορά την απόρριψη της επικουρικής εφέσεως και να παραπεμφθεί η υπόθεση κατά τούτο, που χρειάζεται διευκρίνιση, για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, διότι είναι δυνατή η συγκρότησή του από άλλον δικαστή, εκτός από εκείνον που δίκασε προηγουμένως (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ), και να καταδικαστεί ο αναιρεσίβλητος στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσείουσας που κατέθεσε και προτάσεις (άρθρ. 176 και 183 ΚΠολΔ). Τέλος πρέπει να διαταχθεί η επιστροφή του παραβόλου στην αναιρεσείουσα (άρθρο 495 παρ. 4 εδ. ε’ ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ’ αριθμό 23/2015 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Ιωαννίνων, κατά το κεφάλαιο που αφορά την απόρριψη της επικουρικής εφέσεως.
Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση κατά το κεφάλαιο τούτο στο ίδιο Εφετείο συντιθέμενο από άλλον δικαστή, εκτός από εκείνον που δίκασε προηγουμένως.
Καταδικάζει τον αναιρεσίβλητο στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσείουσας, την οποία ορίζει σε τρείς χιλιάδες (3.000) ευρώ.
Και
Διατάσσει να επιστραφεί στην αναιρεσείουσα το παράβολο που κατέθεσε.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 2 Φεβρουαρίου 2018.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 2 Μαρτίου 2018.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

 




 

 

- Δημοκρίτου 18  &  Σκουφά   Αθήνα  106 73

- Λεωφ. Βασιλέως Γεωργίου Β' 65-67
Πειραιάς  185 34

Τηλέφωνο επικοινωνίας

210 4170488

email: gounelaslawoffice@gmail.com

 

 

 

 

Copyright © Π.Γουνελάς & Συνεργάτες All Rights Reserved. Designed by EzStore.gr