Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί cookies και παρόμοιες τεχνολογίες.

Εάν δεν αλλάξετε τις ρυθμίσεις του προγράμματος περιήγησης, συμφωνείτε με αυτό. Ενημερωθείτε

Συμφωνώ

Άρειος Πάγος 514/2018

Αποκτήματα στο Γάμο - Ιδιωτικό Συμφωνητικό - Παραίτηση - Ένορκες Βεβαιώσεις - Σύμφωνο Συμβίωσης - Απειλή - Βία - Δικαστικά Έξοδα



ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2’ Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: ......
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 15 Ιανουαρίου 2018, με την παρουσία και της γραμματέως, ....., για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: ...
Του αναιρεσιβλήτου: ...
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 21-7-2014 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών.
Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2368/2015 του ίδιου Δικαστηρίου και 2021/2017 του Εφετείου Αθηνών.
Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 29-5-2017 αίτησή της και τους από 13-12-2017 πρόσθετους αυτής λόγους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Η αυτοπροσώπως παρασταθείσα αναιρεσείουσα και ο πληρεξούσιος αυτής δικηγόρος ζήτησαν την παραδοχή της αίτησης και των πρόσθετων αυτής λόγων, ο αυτοπροσώπως παρασταθείς αναιρεσίβλητος την απόρριψή τους, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επί αγωγής (αποκτημάτων κατά το άρθρο 1400 ΑΚ και επικουρικά αδικαιολογήτου πλουτισμού) της αναιρεσείουσας κατά του αναιρεσίβλητου, πρώην συζύγου της, εκδόθηκε η υπ’ αριθ. 2368/2015 οριστική απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που την απέρριψε ως αβάσιμη. Η κατά της αποφάσεως αυτής έφεση της αναιρεσείουσας απορρίφθηκε με την υπ’ αριθ. 202/2017 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών κατά της οποίας η ενάγουσα άσκησε την υπό κρίση αίτηση αναίρεσης και τους πρόσθετους λόγους. Η διάταξη του άρθρου 4 παρ. 1 του Συντάγματος, η οποία ορίζει ότι "οι Έλληνος είναι ίσοι ενώπιον του νόμου", καθιερώνει όχι μόνο την ισότητα των πολιτών έναντι του νόμου, αλλά και την ισότητα του νόμου έναντι αυτών. Δεσμεύει δε και υποχρεώνει τον κοινό νομοθέτη, όταν πρόκειται να ρυθμίσει ουσιωδώς όμοια πράγματα, σχέσεις ή καταστάσεις και κατηγορίες προσώπων, να μη μεταχειρίζεται κατά τρόπο ανόμοιο τις περιπτώσεις αυτές, εισάγοντας εξαιρέσεις και κάνοντας διακρίσεις, εκτός αν αυτό επιβάλλεται από λόγους γενικότερου κοινωνικού ή δημοσίου συμφέροντος, η συνδρομή των οποίων υπόκειται στον έλεγχο των δικαστηρίων. Επομένως, αν γίνει από το νόμο ειδική ρύθμιση για ορισμένη κατηγορία προσώπων και αποκλείεται από τη ρύθμιση αυτή, κατ’ αδικαιολόγητη δυσμενή διάκριση, άλλη κατηγορία προσώπων, για την οποία συντρέχει ο ίδιος λόγος που επιβάλλει την ειδική μεταχείριση, η διάταξη αυτή που εισάγει την αδικαιολόγητη δυσμενή μεταχείριση είναι ανίσχυρη, ως αντισυνταγματική. Προς αποκατάσταση δε της συνταγματικής αρχής της ισότητας πρέπει να εφαρμοστεί και για εκείνους, σε βάρος των οποίων έγινε η δυσμενής διάκριση, η διάταξη που ισχύει για την κατηγορία υπέρ της οποίας θεσπίστηκε η ειδική ρύθμιση (ΟλομΑΠ 17/2015, ΟλομΑΠ 5/1988). Περαιτέρω, οι διάδικοι δεν εμποδίζονται να προβάλουν στο Εφετείο και νέα νομικά επιχειρήματα, τα οποία παρέμειναν αχρησιμοποίητα κατά την πρωτοβάθμια εκδίκαση, διότι ο περιορισμός του άρθρου 527 αφορά μόνο τους πραγματικούς ισχυρισμούς. Άλλωστε και το ίδιο το Εφετείο μπορεί αυτεπαγγέλτως να λάβει υπόψη νομικές απόψεις που ούτε το πρωτοβάθμιο δικαστήριο εκτίμησε ούτε κανείς διάδικος επικαλέσθηκε. Όλες όμως αυτές οι νομικές απόψεις πρέπει καταρχήν να στηρίζονται στο δίκαιο που ίσχυε κατά τον χρόνο της δημοσιεύσεως της πρωτόδικης αποφάσεως. Εφόσον αποστολή του Εφετείου είναι να ελέγχει την ορθότητα της πρωτοβάθμιας κρίσεως, ο έλεγχος αυτός πρέπει εξ ορισμού να επιχειρείται με βάση το ίδιο κανονιστικό κριτήριο, που μπορούσε και έπρεπε να χρησιμοποιήσει και ο ελεγχόμενος πρωτοβάθμιος δικαστής. Γι’ αυτό ρητά ορίζεται στο άρθρο 533 παρ. 2 ΚΠολΔ ότι "το δευτεροβάθμιο δικαστήριο εφαρμόζει το νόμο που ίσχυε όταν δημοσιεύθηκε η πρωτόδικη απόφαση". Επομένως απαγορεύεται να λαμβάνει υπόψη για την κρίση της εφέσεως νεότερους κανόνες δικαίου, των οποίων δηλαδή η ισχύς άρχισε μετά τη δημοσίευση της εκκαλουμένης, εκτός εάν με αυτούς ορίζεται διαφορετικά ως προς την αναδρομική έναρξη της ισχύος τους, ενώ αν το δευτεροβάθμιο δικαστήριο εξαφανίζει την εκκαλουμένη απόφαση σύμφωνα μετά άρθρα 522 και 535 § 1 ΚΠολΔ και επιλαμβάνεται της εκδικάσεως της αγωγής και της ουσίας της υποθέσεως εξ υπαρχής, μετά από την αποδοχή λόγου εφέσεως, εφαρμόζει το νόμο που ισχύει κατά το χρόνο της δημοσιεύσεως της αποφάσεώς του (ΑΠ 391/2016).
Εν προκειμένω, η αναιρεσείουσα με τον πρώτο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ μέμφεται το Εφετείο ότι παραβίασε το άρθρο 4 του Συντάγματος διότι παρέλειψε να εφαρμόσει, για την εγκυρότητα της παραίτησης από την ένδικη αξίωσή της για συμμετοχή στα αποκτήματα που πρόβαλε κατ’ ένσταση προς απόκρουση της αγωγής της, τον κανόνα ουσιαστικού δικαίου του άρθρου 5 παρ. 2 ν. 4356/2015, ο οποίος για τους συνάπτοντες σύμφωνο συμβίωσης ρητά ορίζει ότι "τα μέρη δεν μπορούν να παραιτηθούν από την αξίωση συμμετοχής στα αποκτήματα πριν από τη γέννησή τους", ενώ όφειλε με βάση την αρχή της ισότητας να εφαρμόσει την ως άνω ειδική ρύθμιση και για τις ανάλογες αξιώσεις όσων έχουν συνάψει γάμο, δημιουργώντας έτσι άνιση μεταχείριση και απαγορευμένη διάκριση. Ωστόσο, σύμφωνα με το άρθρο 69 του ν. 4356/2015, η ανωτέρω ρύθμιση ισχύει από 24.12.2015, που δημοσιεύθηκε ο νόμος στην ΕτΚ (ΦΕΚ 181/24.12.2015), χωρίς να υπάρχει πρόβλεψη για αναδρομική ισχύ. Επομένως, δεν ίσχυε κατά το χρόνο δημοσιεύσεως της πρωτόδικης απόφασης (υπ’ αριθ. 2368/2015 του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών) η οποία έλαβε χώρα, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπησή της, την 23.7.2015. Ανεξαρτήτως λοιπόν του ζητήματος κατά πόσο από την ανωτέρω ρύθμιση, ισχύουσα για τους συνάπτοντες σύμφωνο συμβίωσης, μπορεί να συναχθεί αδικαιολόγητη δυσμενή διάκριση σε βάρος συζύγων συνδεομένων με δεσμό γάμου, υπό την έννοια ότι και για τις αξιώσεις των τελευταίων για συμμετοχή στα αποκτήματα συντρέχει ο ίδιος λόγος που επιβάλλει την ως άνω ειδική μεταχείριση, στην προκείμενη περίπτωση το Εφετείο, σύμφωνα και με τις προαναφερόμενες σκέψεις, όφειλε να ελέγξει την ορθότητα της πρωτοβάθμιας κρίσεως με βάση το ίδιο κανονιστικό κριτήριο, που μπορούσε και έπρεπε να χρησιμοποιήσει και ο ελεγχόμενος πρωτοβάθμιος δικαστής, άρα ορθά δεν προέβη στον επικαλούμενο από την αναιρεσείουσα έλεγχο συνταγματικότητας. Επομένως ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος.
Η προσβαλλόμενη απόφαση, ερευνώντας την αντένσταση της ενάγουσας ότι η προβληθείσα από τον εναγόμενο κατ’ ένσταση παραίτησή της, στο από Ιανουαρίου 2007 ιδιωτικό συμφωνητικό, από την αξίωση αποκτημάτων ήταν ακυρώσιμη κατά τα άρθρα 150 επ. ΑΚ ως προϊόν απειλής, ψυχολογικής και σωματικής βίας, δέχθηκε τα ακόλουθα: "Η ενάγουσα ουδέποτε αμφισβήτησε την εγκυρότητα του εν λόγω συμφωνητικού, ούτε ήγειρε σχετική αγωγή ακυρώσεώς του για οποιοδήποτε λόγο εντός της αποσβεστικής προθεσμίας των δύο ετών του άρθρου 157 ΑΚ, παρόλο που στην ιστορική βάση της υπό κρίση αγωγής της, αναφέρει ότι το εν λόγω συμφωνητικό υπήρξε αποτέλεσμα απειλής, ψυχολογικής και σωματικής βίας εκ μέρους του εναγόμενου - πρώην συζύγου της, ισχυρισμό τον οποίο επαναφέρει και με τους σχετικούς (2° και 3°) λόγους της υπό κρίση εφέσεως. Ωστόσο, ο ισχυρισμός αυτός της ενάγουσας ήδη εκκαλούσας δεν αποδείχθηκε ως βάσιμος από ουσιαστική άποψη, όπως και ο σχετικοί (2ος και 3ος) λόγοι της έφεσης, οι οποίοι κρίνονται ως κατ’ ουσίαν αβάσιμοι και άρα απορριπτέοι, παρά τα όσα αντίθετα υποστηρίζει η εκκαλούσα, καθόσον από κανένα αποδεικτικό στοιχείο δεν αποδείχθηκε ότι ο εφεσίβλητος βιαιοπράγησε ή απείλησε την πρώην σύζυγο του, τουναντίον δε οι πρώην σύζυγοι διατηρούσαν για μεγάλο χρονικό διάστημα, ακόμη και μετά τη διάσπαση του έγγαμου βίου τους, άριστες σχέσεις και μάλιστα συνέχιζαν να επικοινωνούν και να πραγματοποιούν εξόδους, γεγονός που δεν συνάδει με τα όσα υποστηρίζει η εκκαλούσα περί προηγούμενης βάναυσης και εκβιαστικής συμπεριφοράς του εφεσιβλήτου σε βάρος της. Τα ως άνω δε πραγματικά περιστατικά αποδείχθηκαν και αναφέρονται επί λέξει στο με αριθ. 4.841/2015 βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών, το οποίο αποφάνθηκε ότι δεν πρέπει γίνει κατηγορία, μεταξύ άλλων και κατά του πρώην συζύγου της εκκαλούσας - εφεσιβλήτου για τις αξιόποινες πράξεις της ηθικής αυτουργίας ψευδορκία μάρτυρα κατ’ εξακολούθηση και της απάτης ενώπιον δικαστηρίου, για τις οποίες ασκήθηκε σε βάρος του ποινική δίωξη, με αφορμή την από 4.9.2013 έγκληση - μήνυση της εκκαλούσας, για την οποία διενεργήθηκε προανάκριση. Σημειώνεται επίσης, ότι η εκκαλούσα τον ανωτέρω ισχυρισμό της, ήτοι ότι το από μηνός Ιανουαρίου 2007 ιδιωτικό συμφωνητικό, είναι αποτέλεσμα απειλής εκ μέρους του εναγόμενου και αντίθετο στα χρηστά ήθη, τον πρόβαλε επίσης, ως λόγο ανακοπής και στη δίκη επί της από 10.4.2012 και με αριθ. καταθ. .../2012 ανακοπής της και των από 30.4.2012 και με αριθ. καταθ. ... πρόσθετων-λόγων- αυτής, που άσκησε η τελευταία ενώπιον του Ειρηνοδικείου Αθηνών κατά του εφεσιβλήτου, με την οποία ζητούσε την ακύρωση της με αριθμό .../2012 διαταγής πληρωμής, που εξέδωσε η Ειρηνοδίκης Αθηνών, δυνάμει της οποίας υποχρεώθηκε η ίδια να καταβάλει στον εφεσίβλητο - πρώην σύζυγο της, το ποσό των 13.000 €, πλέον νόμιμων τόκων και εξόδων, το οποίο είχε αναλάβει την υποχρέωση να καταβάλει στον τελευταίο, με βάση το προαναφερόμενο ιδιωτικό συμφωνητικό αμέσως μετά την υπογραφή του ειδικού συμβολαιογραφικού πληρεξουσίου, με το οποίο ο τελευταίος θα έδιδε την ειδική εντολή στον πληρεξούσιο δικηγόρο του για τη δεύτερη συζήτηση του συναινετικού τους διαζυγίου. Πράγματι, ο εφεσίβλητος στις 23.10.2007, δυνάμει του με αριθ. .../23.10.2007 ειδικού πληρεξουσίου της Συμβολαιογράφου Αθηνών Ε. Η., έδωσε την ειδική εντολή και πληρεξουσιότητα στον δικηγόρο Αθηνών Σ. Τ. να δηλώσει κατά τη δεύτερη (Β’ ) συνεδρίαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών τη συμφωνία του για τη λύση του γάμου του με την εκκαλούσα, πλην όμως η τελευταία αρνήθηκε να εκπληρώσει τη δική της υποχρέωση για καταβολή του οφειλόμενου ποσού των 13.000 € προς τον εφεσίβλητο, παρά τα όσα ανωτέρω συμφώνησαν. Προς τούτο δε και μετά την παρέλευση 4 1/2 περίπου ετών, ο εφεσίβλητος με την από 15.3.2012 αίτησή του προς το Ειρηνοδικείο Αθηνών, πέτυχε την έκδοση σε βάρος της εκκαλούσας της με αριθ. .../2012 διαταγής πληρωμής. Με την με αριθ. 3.543/2013 απόφαση του Ειρηνοδικείου Αθηνών απορρίφθηκε ο ως άνω ισχυρισμός της εκκαλούσας περί ακυρότητας του ως άνω ιδιωτικού συμφωνητικού ως προϊόντος απειλής και ως αντικείμενου στα χρηστά ήθη. Και τούτο διότι, όπως αναφέρεται αυτολεξεί στην ως άνω απόφαση του Ειρηνοδικείου Αθηνών, "...οι διάδικοι, όντας και οι δύο δικηγόροι, συνυπέγραψαν από κοινού το επίμαχο ιδιωτικό συμφωνητικό, το οποίο αποτυπώνει τη συμφωνία τους και εκφράζει τη θέλησή τους να τακτοποιηθεί η οικονομική εκκρεμότητα που υπήρχε μεταξύ τους και να εκδοθεί συναινετικά το διαζύγιο τους και καμιά αντίθεση προς τα χρηστά ήθη δεν φαίνεται να προκύπτει από το περιεχόμενο της, αναφορικά με το σκοπό και τα ελατήρια των δικαιοπρακτούντων, που να καθιστά άκυρη τη δικαιοπραξία αυτή. Εξάλλου, η ανακόπτουσα είναι δικηγόρος, γνωρίζει τα δικαιώματά της και τις δεσμεύσεις που συνεπαγόταν γι’ αυτή το ιδιωτικό συμφωνητικό που υπέγραψε και συνέταξε από κοινού με τον καθού και μάλιστα συνεπικουρείτο σε όλη τη διάρκεια των κρίσιμων συζητήσεων και από άλλη δικηγόρο, ούτως ώστε, να μη δικαιολογείται άγνοια του ανήθικου περιεχομένου αυτού, τη στιγμή μάλιστα, που έχει καταβληθεί η πρώτη δόση των 12.000 € στον καθού και η ανακόπτουσα δεν είχε προσβάλλει έως τότε το ιδιωτικό συμφωνητικό αυτό. Σε κάθε δε περίπτωση, κατ’ άρθρο. 157 εδ. α ΑΚ, όταν περάσουν δύο χρόνια από τη δικαιοπραξία επέρχεται απόσβεση του δικαιώματος για ακύρωση.
Συνεπώς, από το περιεχόμενο του ανωτέρω ιδιωτικού συμφωνητικού, το όποιο είναι έγκυρο, δοθέντος μάλιστα ότι ουδόλως μέχρι σήμερα δεν έχει εγερθεί οιαδήποτε αγωγή εκ μέρους της εκκαλούσας περί αμφισβήτησης του κύρους του, πλήρως αποδεικνύεται ότι η τελευταία, στα πλαίσια της κατά το άρθρο 1441 ΑΚ, συμφωνίας συναινετικού διαζυγίου, παραιτήθηκε ρητά, γνωρίζοντας ως δικηγόρος τα εν γένει δικαιώματα της και τις δεσμεύσεις που θα επέφερε το ως άνω συμφωνητικό, από την αξίωση συμμετοχής της στην επαύξηση της περιουσίας του εφεσιβλήτου, η δε παραίτησή της αυτή ήταν ισχυρή, εφόσον τελούσε υπό την αίρεση έκδοσης συναινετικού διαζυγίου, το οποίο πράγματι εκδόθηκε με την προαναφερόμενη με αριθ. 3.040/2007 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία λύθηκε συναινετικά ο μεταξύ τους τελεσθείς γάμος. Επιπλέον στα πλαίσια πάντα της επίτευξης έκδοσης συναινετικού διαζυγίου, οι διάδικοι, συνυπογράψαν το ανωτέρω συμφωνητικό, το οποίο αποτυπώνει τη βούληση τους και εκφράζει τη θέληση τους να τακτοποιηθεί η οικονομική εκκρεμότητα που υπήρχε μεταξύ τους, χωρίς αυτό να συνιστά αντίθεση στα χρηστά ήθη, γεγονός που θα καθιστούσε το ως άνω ιδιωτικό συμφωνητικό για το λόγο αυτό άκυρο..." Με βάση τις παραδοχές αυτές απέρριψε ως αβάσιμη την ανωτέρω αντένσταση της ενάγουσας που είχε επαναφέρει με λόγο εφέσεως, επικυρώνοντας την πρωτόδικη απόφαση. Με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο, δεν στέρησε την προσβαλλόμενη απόφασή του νομίμου βάσεως ως προς την απόρριψη της αντενστάσεως περί ακυρώσεως της παραιτήσεως λόγω απειλής, γιατί εκτίθενται σ’ αυτή με σαφήνεια και πληρότητα όλα τα περιστατικά που δικαιολογούν την απουσία απειλής κ.λπ. κατά τη συνομολόγηση της παραιτήσεως, ώστε να καθίσταται εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής και ερμηνείας των ουσιαστικών διατάξεων των άρθρων 150 επ. ΑΚ, τις οποίες (το Εφετείο) αιτιολογημένα δεν εφάρμοσε και δεν παραβίασε εκ πλαγίου. Επομένως, η περί του αντιθέτου από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ προβαλλόμενη αιτίαση με τον ένατο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως και συμπληρωματικά με το πρώτο σκέλος του μοναδικού λόγου δικογράφου των πρόσθετων λόγων είναι αβάσιμη. Περαιτέρω, ο ως άνω λόγος κατά το μέρος που με την επίκληση της ανωτέρω αιτιάσεως πλήττει την εκτίμηση πραγμάτων, προβάλλοντας το επιχείρημα ότι τα συναγόμενα από την υπ’ αριθ. 3543/2013 οριστική απόφαση του Ειρηνοδικείου Αθηνών δεν ήταν αξιόπιστα διότι η απόφαση αυτή εξαφανίσθηκε κατόπιν εφέσεως με την υπ’ αριθ. 6634/2017 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, είναι απαράδεκτος (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ).
Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας για ύπαρξη κενού στην δικαιοπρακτική δήλωση βουλήσεως ή ασάφειας στη διατύπωση αυτής και για το λόγο τούτο περιπτώσεως προσφυγής στους ερμηνευτικούς κανόνες των άρθρων 173 και 200 ΑΚ για την συμπλήρωση του κενού ή την άρση της ασάφειας, δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, εκτός αν από όσα το δικαστήριο εκείνο δέχεται δεν διευκρινίζεται η θέση του στο ζήτημα αν υπάρχει κενό ή ασάφεια στην παραπάνω δήλωση, αφού από την καταφατική ή αποφατική απάντηση σε αυτό θα κριθεί αν ήταν ή όχι εφαρμοστέοι οι παραπάνω ερμηνευτικοί κανόνες.
Εν προκειμένω, με το δεύτερο σκέλος του πρόσθετου λόγου αναίρεσης αποδίδεται στο Εφετείο η από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια ότι, κατά την παραδοχή της ενστάσεως από το άρθρο 454 ΑΚ, που πρότεινε ο εναγόμενος, περί παραιτήσεως της ενάγουσας από την αξίωσή της για συμμετοχή στα αποκτήματα που κατά τα προαναφερόμενα έγινε με σχετικό όρο διαληφθέντα στο από Ιανουάριο 2007 ιδιωτικό συμφωνητικό λύσεως συναινετικά του γάμου τους, στο οποίο περιέλαβαν ρυθμίσεις ως προς τις περιουσιακές του σχέσεις, το Εφετείο δεν προέβη σε ερμηνεία των περιεχόμενων στο συμφωνητικό δηλώσεων βουλήσεως διαδίκων, κατά τα άρθρα 173 και 200 ΑΚ, πράγμα το οποίο θα οδηγούσε στην απόρριψη της άνω ένστασης του εναγομένου. Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, διότι το Εφετείο, όπως από την προσβαλλόμενη απόφασή του προκύπτει, ανελέγκτως έκρινε ότι δεν υπήρξε, ούτε και εμμέσως συναγόμενο, κενό ή ασάφεια στις δικαιοπρακτικές δηλώσεις βουλήσεως των συμβληθέντων διαδίκων και έτσι ορθά δεν προσέφυγε στους ερμηνευτικούς κανόνες των άρθρων 173 και 200 ΑΚ. Ο από το άρθρο 559 αριθ. 20 ΚΠολΔ προβλεπόμενος λόγος αναιρέσεως για παραμόρφωση εγγράφου δεν ιδρύεται όταν αναφέρεται σε εκτίμηση του περιεχομένου των εγγράφων.
Εν προκειμένω, με τον έκτο λόγο του αναιρετηρίου προσάπτεται στο Εφετείο το σφάλμα ότι παραμόρφωσε το περιεχόμενο του από Ιανουαρίου 2007 ιδιωτικού συμφωνητικού και ειδικότερα του όρου περί αμοιβαίας παραιτήσεως από την αξίωση αποκτημάτων, δεχθέν ότι με την ανωτέρω συμφωνία των διαδίκων η ενάγουσα παραιτήθηκε από την ένδικη αξίωσή της υπό την αίρεση ότι ο γάμος αυτής και του εναγομένου θα λυθεί συναινετικά, ενώ τέτοια αίρεση δεν υπάρχει στο συμφωνητικό. Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, διότι, υπό την επίφαση της συνδρομής των προϋποθέσεων θεμελιώσεώς του, πλήττεται η εκ μέρους του Εφετείου αναιρετικώς ανέλεγκτη εκτίμηση του περιεχομένου του άνω εγγράφου ότι η ως άνω παραίτηση εξαρτήθηκε από την προαναφερόμενη αίρεση.
Κατά τις διατάξεις του άρθρου 270 § 2 εδ. γ’ και δ’ ΚΠολΔ, όπως ισχύουν μετά το ν. 2915/2001 (αλλά πριν από την αντικατάστασή του με το ν. 4335/2015), εφαρμοζόμενες κατά το άρθρο 524 § 1 εδ. α’ ΚΠολΔ και στην κατ’ έφεση δίκη, ένορκες βεβαιώσεις ενώπιον ειρηνοδίκη ή συμβολαιογράφου ή προξένου λαμβάνονται υπόψη το πολύ τρεις για κάθε πλευρά και μόνον αν έχουν δοθεί ύστερα από κλήτευση του αντιδίκου δυο τουλάχιστον εργάσιμες ημέρες πριν από τη βεβαίωση και αν πρόκειται να δοθούν στην αλλοδαπή, οκτώ τουλάχιστον ημέρες πριν από αυτή, για δε την αντίκρουση ένορκων βεβαιώσεων επιτρέπεται η προσκομιδή, μέσα στην προθεσμία της παραγράφου 3 του άρθρο 237, πρόσθετων βεβαιώσεων, το πολύ ίσου αριθμού προς τις προσκομιζόμενες. Γενικεύθηκε έτσι στην τακτική διαδικασία η χρήση των ένορκων βεβαιώσεων ως ιδιαίτερου αποδεικτικού μέσου, εφόσον βέβαια για το αποδεικτέο θέμα επιτρέπονται μάρτυρες, τέθηκε όμως όριο ως προς τον αριθμό των ένορκων βεβαιώσεων που κάθε διάδικο μέρος μπορεί να προσκομίσει και το δικαστήριο να λάβει υπόψη. Επομένως, αν το δικαστήριο της ουσίας λάβει υπόψη και συνεκτιμήσει με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα περισσότερες των τριών από τις ένορκες βεβαιώσεις, που επικαλέσθηκε και προσκόμισε οποιοδήποτε από τα διάδικα μέρη, υποπίπτει στις πλημμέλειες από το άρθρο 559 αριθ. 11 α’ και 14 ΚΠολΔ, δηλαδή λαμβάνει υπόψη απαγορευμένα από το νόμο αποδεικτικά μέσα και παρά τον νόμο δεν κηρύσσει απαράδεκτο (ΑΠ 1103/2011, ΑΠ 725/2006, ΑΠ 315/2008, ΑΠ 747/2008). Το όριο των τριών ένορκων βεβαιώσεων ισχύει αθροιστικά για το σύνολο των αντικειμένων της δίκης, που κάθε διάδικο μέρος αποσκοπεί να υποστηρίξει ή να αντικρούσει με τις ένορκες βεβαιώσεις, όπως συμβαίνει στην περίπτωση της αντικειμενικής σώρευσης αγωγών (άρθρο 218 ΚΠολΔ) ή της ανταγωγής (άρθρο 268 ΚΠολΔ), δηλαδή και στις περιπτώσεις αυτές τρεις συνολικά ένορκες βεβαιώσεις επιτρέπεται σε κάθε διάδικο μέρος να επικαλεσθεί και να προσκομίσει, δεν συνιστά δε ο περιορισμός αυτός αντίθεση προς τις διατάξεις των άρθρο 20§1 του Συντάγματος και 6§1 της ΕΣΔΑ, που κατοχυρώνουν μεν το δικαίωμα δικαστικής έννομης προστασίας στο πλαίσιο δίκαιης δίκης, δεν αποκλείουν όμως τη θέσπιση περιορισμών στην απόδειξη, εφόσον αυτοί δεν καταστρατηγούν, αλλά διασφαλίζουν τις αρχές της δίκαιης δίκης, όπως ακριβώς συμβαίνει με τον περιορισμό των ένορκων βεβαιώσεων, που στόχο έχει, εξαιτίας του επισφαλούς χαρακτήρα του αποδεικτικού αυτού μέσου, τη μεγαλύτερη δικαιϊκή ασφάλεια στις σοβαρές κατά κανόνα υποθέσεις της τακτικής διαδικασίας (ΑΠ 88/2016, ΑΠ 1103/2011). Εξάλλου, στην κατ’ έφεση δίκη ναι μεν κατά το άρθρ. 529 παρ. 1 ΚΠολΔ επιτρέπεται να γίνει επίκληση και προσαγωγή νέων αποδεικτικών μέσων, όχι όμως και ένορκων βεβαιώσεων περισσότερων των τριών στην τακτική διαδικασία για κάθε διάδικο μέρος, δηλαδή δεν επιτρέπεται να ληφθούν υπόψη επιπλέον των τριών ένορκες βεβαιώσεις προς απόδειξη ή ανταπόδειξη των κρίσιμων ζητημάτων, εφόσον στη δίκη στον πρώτο βαθμό λήφθηκαν ήδη υπόψη τρείς τέτοιες βεβαιώσεις για κάθε διάδικο μέρος, οι οποίες με επίκληση προσκομίζονται και στο Εφετείο (ΑΠ 983/2017, ΑΠ 3/2015). Το ίδιο ισχύει και όταν το δικαστήριο της ουσίας λαμβάνει υπόψη προς αντίκρουση παραδεκτά προσκομιζόμενων με επίκληση ένορκων βεβαιώσεων περισσότερες των αντικρουόμενων ένορκες βεβαιώσεις, οπότε απαράδεκτες είναι μόνον οι κατά τη σειρά επίκλησης επιπλέον προσκομιζόμενες τέτοιες βεβαιώσεις (ΑΠ 3/2015, ΑΠ 1703/2008). Αν προσκομισθούν από ένα διάδικο περισσότερες από τρείς ένορκες βεβαιώσεις, το δικαστήριο θα λάβει υπόψη τις τρεις πρώτες κατά τη σειρά επίκλησης, οι δε πέραν των τριών ένορκες βεβαιώσεις, επειδή συνιστούν ανεπίτρεπτο αποδεικτικό μέσο, δεν λαμβάνονται υπόψη ούτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων (ΑΠ 88/2016, ΑΠ 3/2015). Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 335 και 338 έως 341 ΚΠολΔ προκύπτει ότι το Δικαστήριο, για να σχηματίσει τη δικανική του πεποίθηση ως προς την βασιμότητα ή μη των προβαλλομένων από τους διαδίκους πραγματικών γεγονότων που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λαμβάνει υπόψη όλα τα νόμιμα αποδεικτικά μέσα που επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι για άμεση και έμμεση απόδειξη, χωρίς όμως να είναι ανάγκη να γίνεται ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγηση του καθενός από αυτά. Βέβαια δεν αποκλείεται το δικαστήριο της ουσίας να μνημονεύει και να εξαίρει μερικά από τα αποδεικτικά μέσα λόγω της κατά την ελεύθερη κρίση του μεγαλύτερης σημασίας τους, αρκεί να γίνεται αδιστάκτως βέβαιο από το όλο περιεχόμενο της απόφασης ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν νόμιμα οι διάδικοι. Η παράβαση της υποχρέωσης αυτής ιδρύει το λόγο αναίρεσης του αριθμού 11 περ. γ’ του άρθρου 559 ΚΠολΔ, υπό την αποκλειστική προϋπόθεση ότι το πραγματικό γεγονός που επικαλείται ο διάδικος ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, αφού μόνο ένα τέτοιο ουσιώδες γεγονός καθίσταται αντικείμενο αποδείξεως (ΟλομΑΠ 42/2002). Στην προκειμένη περίπτωση, με τους πέμπτο και όγδοο λόγους της αιτήσεως αναιρέσεως αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 11 περ. γ’ του άρθρου 559 ΚΠολΔ, γιατί το Εφετείο, κατά το σχηματισμό του αποδεικτικού πορίσματός του, δεν έλαβε υπόψη α) τις υπ’ αριθ. ...19.10.2016 ένορκες βεβαιώσεις των Σ.-Ε. Π. και Γ. Π. αντίστοιχα, ληφθείσες μετά από προηγούμενη κλήτευση του εναγομένου ενώπιον της συμβολαιογράφου Αθηνών Β. Π. και β) τα ειδικότερα αναφερόμενα στο αναιρετήριο έγγραφα (σελ. 40-44) και την υπ’ αριθ. .../6.11.2015 2015 ένορκη βεβαίωση της Α. Ρ. ενώπιον της ίδιας συμβολαιογράφου, που επικαλέσθηκε και προσκόμισε νόμιμα προς απόδειξη του ουσιώδους ισχυρισμού της ότι η ένδικη παραίτηση ήταν προϊόν απειλής, ψυχολογικής και σωματικής βίας εκ μέρους του εναγομένου. Συναφώς και με τον έβδομο λόγο του αναιρετηρίου κατ’ ορθή εκτίμηση από τον αριθμό 11γ του άρθρου 559 ΚΠολΔ (και όχι από τον αριθμό 8) η αναιρεσείουσα αιτιάται την προσβαλλόμενη απόφαση ότι δεν έλαβε υπόψη το έγγραφο (δικόγραφο) της από 18.1.2007 αίτησης για μετοίκηση που είχε καταθέσει κατά του εναγομένου στο αρμόδιο μονομελές πρωτοδικείο. Όπως όμως, προκύπτει από την ενυπάρχουσα στο σκεπτικό της προσβαλλομένης απόφασης διαβεβαίωση ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα νομίμως μετ’ επικλήσεως από τους διαδίκους προσαχθέντα έγγραφα μέχρι του πέρατος της συζήτησης, μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλομένη απόφαση, σε συνδυασμό και προς το σύνολο των αιτιολογιών της, καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο, ότι λήφθηκαν υπόψη από το Εφετείο και τα προαναφερόμενα έγγραφα, καθώς και η ένορκη βεβαίωση της Α. Ρ. ως δικαστικό τεκμήριο. Η έλλειψη δε στην πιο πάνω απόφαση ειδικής μνείας και χωριστής αξιολόγησης των εγγράφων αυτών δεν δημιουργεί αμφιβολία για την συνεκτίμηση τους. Εξάλλου, σύμφωνα και με τα προαναφερόμενα, ορθά δεν λήφθηκαν υπόψη από το Εφετείο, ούτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, οι υπ’ αριθ. ...19.10.2016 ένορκες βεβαιώσεις των Σ.-Ε. Π. και Γ. Π., αφού υπερέβαιναν το ανώτατο όριο των τριών ένορκων βεβαιώσεων που επιτρεπόταν να προσκομίσει η αναιρεσείουσα και να λάβει υπόψη το δικαστήριο της ουσίας και για τους δύο βαθμούς δικαιοδοσίας. Κατά συνέπεια, οι περί του αντιθέτου πέμπτος και όγδοος λόγοι είναι αβάσιμοι. Θα πρέπει να σημειωθεί εδώ ότι, η δια των ως άνω λόγων προβαλλόμενη περαιτέρω αιτίαση ότι από τα παραπάνω αποδεικτικά μέσα συνάγεται αντίθετο πόρισμα από εκείνο στο οποίο κατέληξε η προσβαλλομένη απόφαση δεχθείσα ότι η παραίτηση δεν υπήρξε προϊόν απειλής, ψυχολογικής και σωματικής βίας εκ μέρους του εναγομένου, κρίνεται απαράδεκτη καθόσον, με την επίκλησή της πλήττεται η ανέλεγκτη, κατά το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, αναιρετικά αξιολόγηση και εκτίμηση των αποδεικτικών μέσων. Ο από το άρθρο 559 αριθ. 12 ΚΠολΔ προβλεπόμενος λόγος αναίρεσης της παραβίασης των ορισμών του νόμου σχετικά με τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας προσδίδει σε αποδεικτικό μέσο μεγαλύτερη ή μικρότερη αποδεικτική δύναμη από εκείνη που προσδίδει σ’ αυτό ο νόμος, ενώ δεν δημιουργείται ο λόγος αυτός όταν το δικαστήριο συνεκτιμώντας ελεύθερα τα αποδεικτικά μέσα, κατά το άρθρο 340 ΚΠολΔ, αποδίδει μεγαλύτερη ή μικρότερη βαρύτητα σ’ ένα από αυτά. Για να θεμελιωθεί ο λόγος αυτός απαιτείται να διαλαμβάνονται στο αναιρετήριο: α) για την απόδειξη ποίου συγκεκριμένου ισχυρισμού προσκομίσθηκε το σχετικό αποδεικτικό μέσο, καθώς και ποία επίδραση θα ασκούσε ο ισχυρισμός αυτός στην έκβαση της δίκης, β) ποία είναι η αποδεικτική δύναμη που αποδόθηκε σ’ αυτό από το δικαστήριο της ουσίας, και γ) ποιο είναι ως προς το αποδεικτικό μέσο το σχετικό σφάλμα της προσβαλλόμενης απόφασης. Αν λείπει έστω και ένα από τα στοιχεία αυτά ο λόγος αναίρεσης είναι απορριπτέος ως αόριστος (ΑΠ 233/2011). Στην προκειμένη περίπτωση, η αναιρεσείουσα με τον δέκατο λόγο του αναιρετηρίου υποστηρίζει ότι το Εφετείο υπέπεσε στην πλημμέλεια του αριθμού 12 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, διότι για την κρίση της ότι η ένδικη παραίτηση δεν ήταν προϊόν απειλής κ.λπ. έλαβε υπόψη της το υπ’ αριθ. 4841/2015 βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών, καίτοι αυτό δεν έκρινε επί της ουσίας της κατηγορίας. Ο ως άνω λόγος είναι προεχόντως απαράδεκτος λόγω αοριστίας διότι δεν διαλαμβάνονται σ’ αυτόν τα αναφερόμενα στη μείζονα σκέψη στοιχεία και ειδικότερα: ποια είναι η αποδεικτική δύναμη που αποδόθηκε στο ως άνω αποδεικτικό μέσο από το δικαστήριο της ουσίας και ποιο είναι ως προς αυτά το σχετικό σφάλμα της προσβαλλόμενης απόφασης. Πέραν τούτου, ο ως άνω λόγος είναι, σε κάθε περίπτωση, αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί διότι, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο δεν προσέδωσε στο παραπάνω βούλευμα μεγαλύτερη ή μικρότερη αποδεικτική δύναμη από εκείνη που ο νόμος ορίζει, αλλά, εκτίμησε αυτά ελεύθερα κατ’ άρθρο 340 ΚΠολΔ μαζί με τα υπόλοιπα, κατ’ είδος αναφερόμενα, αποδεικτικά μέσα και κατέληξε στο ως άνω αποδεικτικό πόρισμα περί του κύρους της παραιτήσεως. Κατά το άρθρο 183 ΚΠολΔ τα έξοδα, που προκάλεσε η άσκηση και η εκδίκαση ενδίκου μέσου, επιβάλλονται σε περίπτωση που απορριφθεί σε βάρος του διαδίκου που άσκησε τούτο, ενώ σε περίπτωση που γίνει δεκτό σε βάρος του διαδίκου που νικήθηκε, οι διατάξεις δε των άρθρων 176-182 ΚΠολΔ εφαρμόζονται και στην περίπτωση αυτή. Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών προκύπτει ότι ως προς την τελική κατανομή των δικαστικών εξόδων των διαδίκων καθιερώνεται η αρχή της ήττας. Η διάταξη του άρθρου 176 ΚΠολΔ βασίζει την καταδίκη στα δικαστικά έξοδα στην αρχή της ήττας και όχι στην αρχή της υπαιτιότητας και θεωρεί νικημένο το διάδικο του οποίου αίτηση απορρίφθηκε ή σε βάρος του οποίου γίνεται δεκτή αίτηση του αντιδίκου του. Επομένως η καταψήφιση στα δικαστικά έξοδα του διαδίκου που νικήθηκε, ως συνέπεια της αρχής της ήττας, δεν έχει ανάγκη ειδικής αιτιολογίας, αφού η ρύθμιση των δικαστικών εξόδων ανατέθηκε στην κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, η οποία είναι ανέλεγκτη από τον Άρειο Πάγο (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ) ως αναγόμενη σε εκτίμηση πραγματικών γεγονότων (ΑΠ 192/2016, ΑΠ 1180/2012). Περαιτέρω, ο προσδιορισμός του ύψους των δικαστικών εξόδων με βάση την αξία του αντικειμένου της δίκης απόκειται στην ουσιαστική κρίση του δικαστηρίου που επίσης δεν ελέγχεται αναιρετικά (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ) ως αναγόμενη σε εκτίμηση πραγματικών γεγονότων (ΑΠ 613/2010).
Συνεπώς, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος ο ενδέκατος λόγος του αναιρετηρίου, με τον οποίο υποστηρίζεται ότι παρά το νόμο και συγκεκριμένα κατά παράβαση της αρχής της αναλογικότητας (άρθρο 25 Συντ.) καταδικάστηκε η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου με βάση ύψος του αιτήματος της αγωγής της και προσδιορίστηκαν αυτά στο συνολικό ύψος των 12.163 ευρώ, δηλαδή "καταφανώς διογκωμένα των συνήθως επιδικαζόμενων σε παρόμοιες περιπτώσεις...", διότι σύμφωνα με τα προαναφερόμενα ο προσδιορισμός του ύψους των δικαστικών εξόδων με βάση την αξία του αντικειμένου της δίκης απόκειται στην ουσιαστική κρίση του δικαστηρίου που δεν ελέγχεται αναιρετικά ως αναγόμενη σε εκτίμηση πραγματικών γεγονότων.
Περαιτέρω, ο εναγόμενος είχε ισχυρισθεί στον πρώτο βαθμό ότι η εναγομένη, όπως αντίστοιχα και αυτός, έχει παραιτηθεί από την αξίωσή της για συμμετοχή στα αποκτήματα με δήλωσή της που περιλήφθηκε στο από Ιανουαρίου 2007 ιδιωτικό συμφωνητικό, στο οποίο ενόψει της λύσεως του γάμου τους με συναινετικό διαζύγιο ρύθμισαν τις μεταξύ τους οικονομικές σχέσεις, ο δε γάμος τους όντως λύθηκε με αμετάκλητη δικαστική απόφαση συναινετικά. Η ενάγουσα με αντένσταση ισχυρίσθηκε ότι η ανωτέρω δήλωσή της ήταν άκυρη γιατί συνιστούσε άφεση μη υφιστάμενου (μελλοντικού) χρέους, δεδομένου ότι συντελέσθηκε κατά τη διάρκεια του γάμου, δηλαδή εκ των προτέρων, προτού γεννηθεί η ανωτέρω αξίωση, με τη λύση ή την ακύρωση του γάμου ή από τη συμπλήρωση τριετίας στη διάσταση των συζύγων. Τον ισχυρισμό της αυτό, που απορρίφθηκε, επανέφερε στο Εφετείο με τον πρώτο λόγο της εφέσεώς της, που επίσης απορρίφθηκε. Ειδικότερα, επί του κρισίμου αυτού ζητήματος το Εφετείο, όπως προκύπτει από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, δέχθηκε τα εξής: "Οι διάδικοι τέλεσαν νόμιμο θρησκευτικό γάμο στην Αθήνα στις 27.8.1999, από τον οποίο δεν απέκτησαν τέκνα, ενώ ήδη με την με αριθμό 3040/2007 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία εκδόθηκε κατά τη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας και κατέστη ήδη αμετάκλητη ... απαγγέλθηκε η συναινετική λύση του μεταξύ τους τελεσθέντος γάμου ... Με το από Ιανουαρίου 2007 ιδιωτικό συμφωνητικό, που υπεγράφη από αμφοτέρους τους διαδίκους, οι κάτωθι συμβαλλόμενοι: α) αφενός μεν ο Δ. Χ. του Μ., Δικηγόρος..., β) αφετέρου δε η Κ. Π. του Γ., σύζυγος του Δ. Χ., Δικηγόρος, συμφώνησαν και έκαναν αμοιβαίως αποδεκτά, όπως αυτολεξεί αναφέρεται στο ως άνω συμφωνητικό, τα ακόλουθα: "Οι ως άνω συμβαλλόμενοι τέλεσαν νόμιμο θρησκευτικό γάμο στην Αθήνα και ειδικότερα στην ... την 27 Αυγούστου 1999. Από τον γάμο αυτό δεν απέκτησαν τέκνα. Ήδη με το παρόν σήμερα αποφασίζουν και συμφωνούν ρητά να λύσουν το γάμο τους με τη διαδικασία του συναινετικού διαζυγίου... Προκειμένου να αποφευχθούν δικαστικές διενέξεις και έριδες μεταξύ των ως άνω συμβαλλομένων, γνωστών και επωνύμων τόσο επαγγελματικά όσο και κοινωνικά, η μητέρα της δεύτερης των συμβαλλομένων Ε. Π. δέχεται να καταβάλει στον πρώτο συμβαλλομένων για λογαριασμό της κόρης της το συνολικό ποσό των 25.000 ευρώ, αναφορικά με την κατ’ αυτόν συμμετοχή του στις δαπάνες επισκευής του διαμερίσματος της οδού ... Το εν λόγω ποσό θα καταβληθεί με 2 τραπεζικές επιταγές της Eurobank ως ακολούθως: Η πρώτη τραπεζική επιταγή ποσού 12.000 ευρώ, θα παραδοθεί στον πρώτο των συμβαλλομένων ταυτόχρονα με την αποχώρησή του από το ως άνω διαμέρισμα (μέχρι σήμερα οικογενειακή στέγη). Η δεύτερη τραπεζική επιταγή ποσού 13.000 ευρώ, θα παραδοθεί στον δεύτερο των συμβαλλομένων αμέσως μετά την υπογραφή του ειδικού συμβολαιογραφικού πληρεξουσίου, με το οποίο ο πρώτος των συμβαλλομένων θα δίδει την ειδική εντολή στον πληρεξούσιο Δικηγόρο του για τη δεύτερη συζήτηση του συναινετικού διαζυγίου του με τη δεύτερη των συμβαλλομένων. Μέχρι τότε θα παραμείνει εις χείρας της Δικηγόρου Αθηνών Σ. (Λ.) Κ., την οποία με το παρόν εις ως άνω συμβαλλόμενοι ορίζουν ως μεσεγγυούχο της εν λόγω τραπεζικής επιταγής. Οι ως άνω συμβαλλόμενοι δηλώνουν προς αλλήλους ότι - με την επιφύλαξη των ανωτέρω - δεν έχουν ούτε διατηρούν καμία άλλη αξίωση ή απαίτηση κατ’ αλλήλων από οποιαδήποτε αιτία, ούτε υπάρχει αξίωση ή απαίτηση από οικονομική συνεισφορά εκατέρωθεν επίτευξη της περιουσίας του άλλου κατά τη διάρκεια του γάμου τους και πάντως παραιτούνται αμοιβαία και χωρίς καμία επιφύλαξη τυχόν άλλων αξιώσεων τους κατ’ αλλήλων. Οι ως άνω συμβαλλόμενοι δηλώνουν ρητώς ότι παραιτούνται από κάθε δικαίωμα διάρρηξης, ακύρωσης και γενικώς προσβολής του παρόντος ιδιωτικού συμφωνητικού για οποιοδήποτε ουσιαστικό ή τυπικό λόγο ή αιτία και για όσα αναφέρονται στα άρθρα 178,179 και 388 του Α.Κ. ...". Αμφότεροι οι διάδικοι, υπογράφοντας το ως άνω συμφωνητικό και γνωρίζοντας άριστα, ως δικηγόροι και οι δύο, το περιεχόμενο του και τις συνέπειες των δηλώσεών τους, προέβησαν σε ένα γενικότερο διακανονισμό των περιουσιακών τους σχέσεων και των εκατέρωθεν αξιώσεων τους, ενόψει της λύσης του γάμου τους με συναινετικό διαζύγιο. Έτσι, στα πλαίσια αυτά και ενόψει της κοινής τους επιθυμίας για λύση του γάμου τους με συναινετικό διαζύγιο, οι διάδικοι, όπως ήδη προαναφέρθηκε, κατόπιν κοινής αίτησής τους, την οποία απηύθυναν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών, και σε δύο συνεδριάσεις, που έγιναν στις 16.3.2007 και στις 29.10.2007 αντίστοιχα, δήλωσαν νομότυπα ότι συμφωνούν να λυθεί ο γάμος τους με συναινετικό διαζύγιο, οπότε και εκδόθηκε η 3040/2007 απόφαση του εν λόγω Δικαστηρίου, με την οποία απαγγέλθηκε η λύση του μεταξύ τους γάμου, η οποία ήδη κατέστη αμετάκλητη.
Συνεπώς, με την πλήρωση της αίρεσης, δηλαδή της έκδοσης του συναινετικού τους διαζυγίου, επήλθε αυτοδίκαια η απόσβεση της αξίωσης της ενάγουσας της συμμετοχής της στην επελθούσα κατά τη διάρκεια του γάμου επαύξηση της περιουσίας του εναγομένου, από την οποία παραιτήθηκε με δήλωση ισχυρή, σοβαρή και έγκυρη. Σημειώνεται δε, ότι στην προκειμένη περίπτωση, η εκκαλούσα δεν παραιτήθηκε από χρέος μελλοντικό, όπως η ίδια αβάσιμα ισχυρίζεται με το σχετικό (1°) λόγο της έφεσής της, αλλά τουναντίον προέβη σε έγκυρη σύμβαση άφεσης χρέους (άρθρα 361 και 454 ΑΚ), υπό αναβλητική αίρεση, με την οποία τόσο η ίδια, όσο και ο εφεσίβλητος συμφώνησαν ότι παραιτούνται αμοιβαία από τις οποιεσδήποτε απαιτήσεις τους στις εκατέρωθεν οικονομικές συνεισφορές τους στην επαύξηση της περιουσίας του καθενός από αυτούς, υπό την αίρεση λύσεως του γάμου τους με συναινετικό διαζύγιο. Έτσι, με την πλήρωση της αιρέσεως αυτής, η οποία επήλθε με λύση του γάμου τους με συναινετικό διαζύγιο, επήλθε και η απόσβεση των εκατέρωθεν αξιώσεών τους από τη συμμετοχή τους στα αποκτήματα του αντιδίκου τους". Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο απέρριψε ως αβάσιμο το σχετικό πρώτο λόγο της εφέσεως της ενάγουσας και ήδη αναιρεσείουσας επικυρώνοντας την απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που είχε απορρίψει την αγωγή ως αβάσιμη κατά παραδοχή της ενστάσεως του εναγομένου και ήδη αναιρεσιβλήτου ότι η ενάγουσα έχει παραιτηθεί από την αξίωση αποκτημάτων.
Η ενάγουσα και ήδη αναιρεσείουσα με το δεύτερο λόγο της αίτησης αναίρεσης προσάπτει στην προσβαλλόμενη πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, επικαλούμενη ότι το Εφετείο, απορρίπτοντας τον πρώτο λόγο της έφεσής της, με τον οποίο επανέφερε τον ουσιώδη ισχυρισμό ότι η παραίτησή της από την ένδικη αξίωση αποκτημάτων ήταν άκυρη γιατί έγινε πριν γεννηθεί και επομένως αφορούσε άφεση (άρθρα 361, 454 ΑΚ) από μελλοντικό χρέος, εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 1400 και 454 ΑΚ.
Επί του κρισίμου αυτού ζητήματος κατά πόσο επιτρέπεται η παραίτηση του δικαιούχου συζύγου ή η σύναψη αντιθέτων συμφωνιών εκ των προτέρων, δηλαδή προτού γεννηθεί η εκ του άρθρου 1400 ΑΚ αξίωση του συζύγου για συμμετοχή στα αποκτήματα του άλλου, κρατεί ο διπλός κανόνας α) ότι η κατά τη διάρκεια του γάμου παραίτηση απαγορεύεται και είναι άκυρη διότι, όπως συνάγεται από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 3, 174, 178, 871, 1400 και 1441 ΑΚ, η διάταξη του άρθρου 1400 ΑΚ έχει, για λόγους προστασίας του δικαιούχου, το χαρακτήρα κανόνα αναγκαστικού δικαίου και β) ότι η ως άνω αξίωση, που είναι ενοχική και προσωποπαγής, γεννάται από τη στιγμή που θα λυθεί ή θα ακυρωθεί αμετακλήτως ο γάμος ή που θα συμπληρωθεί τριετία στη διάσταση των συζύγων. Ωστόσο, έχει επικρατήσει νομολογιακά η άποψη ότι δεν αποκλείεται το ζήτημα των αποκτημάτων να γίνει αντικείμενο ενός γενικότερου διακανονισμού των περιουσιακών σχέσεων των συζύγων, στις διαπραγματεύσεις αυτών, για να καταλήξουν στην κατά το άρθρο 1441 ΑΚ συμφωνία συναινετικού διαζυγίου, οπότε, κατ’ εξαίρεση, η συμφωνία αυτή είναι ισχυρή, με τον όρο ότι θα πληρωθεί η αίρεση υπό την οποία τελεί, δηλαδή της λύσεως του γάμου με συναινετικό διαζύγιο. Γίνεται περαιτέρω δεκτό ότι η ρυθμιστική αυτή για τα αποκτήματα συμφωνία, εφόσον δεν πληρωθεί η αίρεση υπό την οποία αναγκαίως τελεί, δηλαδή της λύσεως του γάμου με συναινετικό διαζύγιο, δεν επιφέρει αποτελέσματα και δεν μπορεί ως εκ τούτου να θεμελιώσει ανατρεπτική ένσταση υπέρ του άλλου (υποχρέου) συζύγου (ΑΠ 1522/2017, ΑΠ 336/2010, ΑΠ 1863/2009, ΑΠ 1872/2009, ΑΠ 63/2005, ΑΠ 819/2004, ΑΠ 668/2001). Η ανωτέρω νομολογική θέση συγκρούεται κατ’ αρχάς -χωρίς μάλιστα δογματική θεμελίωση- με τον κανόνα ότι η κατά τη διάρκεια του γάμου παραίτηση απαγορεύεται από την αναγκαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 1400 ΑΚ για λόγους προστασίας του δικαιούχου. Επί πλέον πρέπει να ληφθεί υπόψη ότι και η συνισχύουσα διάταξη του άρθρου 454 εδάφ. α’ ΑΚ, με βάση την οποία η ανωτέρω συμφωνία τυποποιείται ως αποσβεστικός λόγος και συγκεκριμένα ως άφεση χρέους, δεν πληρούται κατά το πραγματικό της μέρος με αποτέλεσμα μία τέτοια παραίτηση-άφεση να μην επιφέρει το επιζητούμενο αποσβεστικό αποτέλεσμά της. Και τούτο διότι, όπως παγίως γίνεται δεκτό, από τη διάταξη του άρθρου 454 ΑΚ, κατά την οποία όταν ο δανειστής συμφωνήσει με τον οφειλέτη την άφεση χρέους επέρχεται απόσβεση της ενοχής, προκύπτει ότι προϋπόθεση για να αφεθεί και να αποσβεσθεί με παραίτηση ένα χρέος είναι να έχει γεννηθεί η απαίτηση, δηλαδή να είναι το χρέος υπαρκτό και όχι μελλοντικό (ΑΠ 524/2001, ΑΠ 380/2005, ΑΠ 934/2014). Η προϋπόθεση όμως αυτή δεν πληρούται εν προκειμένω προτού λυθεί ή ακυρωθεί αμετακλήτως ο γάμος ή προτού συμπληρωθεί τριετία στη διάσταση των συζύγων. Τέλος, για το ως άνω ζήτημα νέα διάσταση στον ερμηνευτικό προβληματισμό δίνει η πρόσφατη διάταξη του άρθρου 5 παρ. 2 ν. 4356/2015, η οποία για τους συνάπτοντες σύμφωνο συμβίωσης ρητά πλέον και άνευ εξαιρέσεων ορίζει ότι "τα μέρη δεν μπορούν να παραιτηθούν από την αξίωση συμμετοχής στα αποκτήματα πριν από τη γέννησή τους", επαναλαμβάνοντας ουσιαστικά τις προαναφερόμενες νομολογιακές και ερμηνευτικές θέσεις του κανόνα περί απαγορεύσεως της παραιτήσεως πριν από τη γέννηση της αξιώσεως.
Ανακύπτει έτσι ζήτημα γενικότερου ενδιαφέροντος ως προς τη φύση και το κύρος της συμβατικής παραιτήσεως από την αξίωση συμμετοχής στα αποκτήματα, που γίνεται από το δικαιούχο σύζυγο στο πλαίσιο της γενικότερης ρυθμίσεως των περιουσιακών σχέσεών του με τον υπόχρεο σύζυγο, πριν όμως από τη γέννηση της αξιώσεως, δηλαδή προτού λυθεί ή ακυρωθεί αμετακλήτως ο γάμος ή προτού συμπληρωθεί τριετία στη διάσταση, ενόψει κοινής συμφωνίας αυτών για τη λύση του γάμου τους με συναινετικό διαζύγιο και υπό την προϋπόθεση ότι ο γάμος θα λυθεί πράγματι με συναινετικό διαζύγιο, ζήτημα το οποίο φέρεται προς κρίση με τον ως άνω αναιρετικό λόγο. Γι’ αυτό ως προς το λόγο αυτόν (καθώς και τους συναπτόμενους μαζί του: α) τρίτο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως και το μοναδικό πρόσθετο λόγο κατά το πρώτο του σκέλος από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ και β) τέταρτο λόγο του αναιρετηρίου κατά το πρώτο σκέλος κατ’ ορθή εκτίμηση από τον αριθμό 14 του ίδιου άρθρου), πρέπει η υπόθεση να παραπεμφθεί κατά τα άρθρ. 563§2 εδ (β) ΚΠολΔ και 23§2 εδ (γ) & (δ) του Οργανισμού των Δικαστηρίων (ν. 1756/1988) στην πλήρη Ολομέλεια του Αρείου Πάγου, αφού η απόφαση παραπομπής είναι ομόφωνη, προκειμένου να κριθεί, ειδικότερα, το ως άνω διαγραφόμενο θέμα. Κατά τα λοιπά ως προς το δεύτερο σκέλος του τέταρτου λόγου του αναιρετηρίου με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση πλημμέλεια από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ αναφορικά με τις παραδοχές του Εφετείου που αφορούν στην απόρριψη της επικουρικής αίτησης από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό, το Δικαστήριο επιφυλάσσεται να κρίνει το λόγο αυτό μετά την έκδοση απόφασης από την πλήρη Ολομέλεια του Αρείου Πάγου.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΠΑΡΑΠΕΜΠΕΙ ενώπιον της πλήρους Ολομέλειας του Αρείου Πάγου τον αναφερόμενο στο σκεπτικό δεύτερο λόγο της από 29 Μαΐου 2017 αιτήσεως αναιρέσεως κατά της υπ’ αριθ. 2021/2017 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, καθώς και τους συναπτόμενους μαζί του: α) τρίτο λόγο της ίδιας αιτήσεως και το μοναδικό πρόσθετο λόγο κατά το πρώτο του σκέλος από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ του από 13.12.2017 δικογράφου προσθέτων λόγων και β) τέταρτο λόγο της αιτήσεως κατά το πρώτο σκέλος κατ’ ορθή εκτίμηση από τον αριθμό 14 του ίδιου άρθρου.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 27 Φεβρουαρίου 2018.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 12 Μαρτίου 2018.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

<< Επιστροφή




 

 

- Δημοκρίτου 18  &  Σκουφά   Αθήνα  106 73

- Λεωφ. Βασιλέως Γεωργίου Β' 65-67
Πειραιάς  185 34

Τηλέφωνο επικοινωνίας

210 4170488

email: gounelaslawoffice@gmail.com

 

 

 

 

Copyright © Π.Γουνελάς & Συνεργάτες All Rights Reserved. Designed by EzStore.gr